5 Απριλίου 2018

Μεγάλη Πέμπτη - Θυσία.


     Έγνεψε ο Ιησούς στον Ιούδα, κι αυτός ήρθε και στάθηκε δίπλα του θα ‘χαν κρυφές κουβέντες οι δυο τους, γιατί μιλούσαν σιγά, και πότε έσκυβε το κεφάλι του ο Ιησούς, πότε ο Ιούδας, και φλωροζύγιαζαν τα λόγια τους, να δώσει ο ένας απόκριση στον άλλο.
– Συχώρεσέ με, Ιούδα αδερφέ μου, μα πρέπει.
– Κι άλλη φορά σε ρώτησα, ραβή, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
– Όχι, Ιούδα αδερφέ μου, κι εγώ θα το 'θελα, ως τα τώρα το 'λπιζα κι εγώ και περίμενα, του κάκου, όχι, δρόμος άλλος δεν υπάρχει, έφτασε η συντέλεια του αιώνα, θα γκρεμιστεί ο κόσμος ετούτος, η βασιλεία του Πονηρού, θα 'ρθει η βασιλεία των ουρανών, εγώ θα τη φέρω. Πώς; πεθαίνοντας, δρόμος άλλος δεν υπάρχει. Μην τινάζεσαι, Ιούδα αδερφέ μου, σε τρεις μέρες θ' αναστηθώ.
– Μου το λες για να με παρηγορήσεις, για να με κάμεις να σε προδώσω, δίχως να σπαραχτεί η καρδιά μου, λες πως αντέχω, για να μου δώσεις κουράγιο, όχι, όσο ζυγώνουμε στη φοβερή στιγμή, όχι, δεν αντέχω, ραβή μου !
– Αντέχεις, Ιούδα αδερφέ μου, ο Θεός θα σου δώσει τη δύναμη, όση σου λείπει, γιατί πρέπει, πρέπει εγώ να σκοτωθώ κι εσύ να με προδώσεις, εμείς οι δυο πρέπει να σώσουμε τον κόσμο, βoήθα με.
Ο Ιούδας έσκυψε το κεφάλι, και σε λίγο:
– Αν ήταν εσύ να πρόδινες το δάσκαλό σου, θα το 'κανες;
Πολλήν ώρα έμεινε ο Ιησούς συλλογισμένος, τέλος:
– Όχι, είπε, φοβούμαι πως δε θα μπορούσα, γι' αυτό κι ο Θεός με λυπήθηκε και μου 'δωκε το χρέος το πιο εύκολο: να σταυρωθώ.

                                                                    ("Ο Τελευταίος Πειρασμός" - Ν. Καζαντζάκης)

"Ο μυστικός δείπνος" του Μάρκβιτσκα