Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα about me. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα about me. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Σεπτεμβρίου 2021

Στιγμές...


 
Aπό στιγμές,
κρατάω μια νύχτα ξάστερη,
ένα φιλί,
ένα τσιγάρο δρόμο.

Δυο λέξεις,
ένα βλέμμα,
ένα «πολύ»,
που δε χώρεσε στο «λίγο».

Ένα «φεύγω»,
ένα «μείνε»
κι ένα «πάντα»
που έγινε «ποτέ»…

17 Νοεμβρίου 2020

Πού πήγαν όλοι?

      Και γύρω σιωπή, ερημιά και βουβαμάρα. Άναψε ένα κερί για συντροφιά κι έλα να κάνουμε τον απολογισμό. Κοίτα συννέφιασε. Τίποτα δεν είναι για πάντα, μα και η πιο δυνατή βροχή θα σταματήσει κάποτε... και η πιο δυνατή μπόρα θα προσπεράσει. Η ζωή είναι λίγο αλήτισσα και συχνά καθόλου δίκαιη. Αρέσκεται στο να παίζει παιχνίδια, να βάζει δύσκολα, τρικλοποδιές κι ακατόρθωτα που και που. Δοκιμάζει αντοχές και υπομονές. Κι όπως υψώνει τοίχους απροσπέλαστους, σου κουνάει επιδεικτικά και τη γλώσσα σαν να σε προκαλεί κοροϊδευτικά: "για να σε δω τώρα, μάγκα μου!"      

     Σου λένε, "μην κλαις, υπάρχουν πιο αφόρητοι πόνοι". Μα δεν ξέρουν για τις νύχτες που σε ξύπνησαν οι κραυγές σου. Γκρίζες οι μέρες, έχουν το χρώμα του φθινοπωρινού ουρανού λίγο πριν ξεσπάσει η μπόρα. Σύρματα άδεια από πουλιά, σκιές σκελετωμένων δέντρων στα τζάμια των παραθύρων, που μπαίνουν απόκοσμα στην κάμαρα, χορεύοντας και τρομάζοντας τα τρυφερά σου όνειρα. Παράθυρα ερμητικά κλειστά. Παράξενη αυτή η ερημιά. Σχεδόν απόκοσμη. Οι πολυκατοικίες ακατοίκητες, λες και οι δρόμοι άδειοι. Αν βάλεις μια δυνατή φωνή στη μέση του δρόμου, εκτός από τον αντίλαλο που θ΄ακουστεί, λες να τρέξει κάποιος? Σίγουρα κάποιος θ΄ ακούσει, δεν μπορεί...!      

     Έλα, σαν παιδιά σκανδαλιάρικα να κάνουμε μικρές παρασπονδίες. Να ζωγραφίσουμε χαμόγελα με γλώσσες έξω στον γωνιακό τοίχο της πλατείας και γεμάτοι αναίδεια να περιεργαζόμαστε τους ξένους κήπους στην επιστροφή μας. Να τραγουδήσουμε στη μέση του δρόμου και ίσως, βρούμε κι άλλους σαν εμάς να ταιριάξουν οι φωνές μας. Γιατί, τι νόημα έχει να έχεις ολόκληρη πόλη δική σου, μια ολόκληρη ζωή, αν δεν τη μοιράζεσαι με κάποιον άλλον? 

     Χαμογέλα και προετοιμάσου για τις μέρες που έρχονται... Ακόμη κι αν η χαρά μοιάζει λαβωμένη, να παραπαίει και να παραπατά, ας τη ρουφήξουμε έστω κι ανάπηρη. Σημασία έχει να τολμήσεις να τη ζήσεις, με μπόρα ή χωρίς!

      H Μία, με την ιδιαίτερη φωτογραφία της και τη λέξη ερημιά, στάθηκε η έμπνευση για τη συμμετοχή μου αυτή στην αγαπημένη Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #6 της Μαίρης μας. Παραδίδω με τη σειρά μου τη σκυτάλη στον Γιάννη μας και τη λέξη αγκαλιά, ευχόμενη καλές εμπνεύσεις!

 
 φώτο από web

20 Ιουνίου 2020

Περί Ελευθερίας.



Μια φυλακή είναι ο κόσμος μακριά από σένα, μάτια μου.
Κάτω από το πουκάμισό μου, δες! Δεν χτυπάει πια η παιδική μου καρδιά.
Στις μεθυσμένες νύχτες ο ήχος της φωνής σου,
σκέφτομαι, μπορεί να μην υπήρξες καν.

Ώρες χωρίς συνείδηση, μέρες η μια απάνω στην άλλη.
Το διψασμένο βλέμμα μου νηστεύει τη μορφή σου
και τραγουδούν τα χείλη μου ατέλειωτα φιλιά
και χτίζει κι άλλους τοίχους το σκοτάδι.
Θάλασσα αγριεμένη οι πόθοι μέσα μου
κι είναι τα χάδια κύματα, φιλιά οι τρικυμίες.

Ξημέρωσε.
Συμπόνα με...
Νύχτες αδιέξοδες και τ΄όνειρο πια, μ΄ εγκαταλείπει
"Λυπήσου με, ένα φιλί μονάχα...", να εκλιπαρώ.
"Των σκοταδιών μητέρα στάσου λίγο,
μια αγκαλιά ακόμα, εξόφληση στου έρωτα το χρέος"

Ένα μικρό πουλί στο παράθυρο μου τραγουδά
κι όλο στενεύει η φυλακή μου,
ακτίνες ήλιου και το φως ανθίζει,
μα δεν αντέχω μακριά σου το μαρτύριο αυτό.

Φτωχή μου αγάπη, άνοιξη πια
απελπισμένη έξοδος η ελευθερία από της σιωπής μου τη φυλακή.
Ερείπια οι ελπίδες μου σαν σκέφτομαι
τα δροσερά λουλούδια των χειλιών σου
και προσμονώ της αγάπης τη
συμπόνια σου,
την ώρα εκείνη στην ύστατη φυγή.

Κοίτα. Φαντάζει σαν γιορτή ο ερχομός σου.



     Αυτή είναι η συμμετοχή μου στην 5η Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη, που διοργανώνει η Μαίρη μας με τη Γήινη Ματιά της. Τη φωτογραφία την παρέλαβα από τη Μαρία, μαζί με την λέξη Συμπόνια, που έπρεπε να συμπεριλάβω στο κείμενο μου

     Με τη σειρά μου, δίνω τη σκυτάλη στη Κάτια με την εικόνα που ακολουθεί, μαζί με την επιλεγόμενη λέξη Λύτρωση και της εύχομαι καλή έμπνευση κι επιτυχία!



20 Μαΐου 2020

Φωνές - Σιωπές.



Φωνή κλεισμένη στη χαρά, φωνή στην πιο δική σου λύπη
κι όλα τ΄ανείπωτα ξυπνούν, δρόμο γυρεύουν για να βγουν,
όπου ο νους γυροβολά, όπου η ψυχή ανασαίνει,
όπου του ανθρώπου η καρδιά τον λογισμό του φέρνει.

Λέξεις σιωπούν, αιμορραγούν, αμείλικτες το στήθος σου ματώνουν.
Κλάψε μικρό μου, προσευχές άλλη μια μέρα ξημερώνουν.
Κι αν δεν έχουμε πια τι να πούμε κι αν τα λόγια φτωχά μας φαντάζουν,
της σιωπής αφουγκράσου ουρλιαχτά, μες τη νύχτα τραγουδούν
και οι ανάσες κραυγάζουν.

Σε απαρνιέμαι στο φως που χαράζει, σε λεπίδες σε αρνούμαι, γλιστρώ και ματώνω.
Σε χαρίζω στο σκοτάδι της νύχτας, σε σπηλιές μυστικές σε κλειδώνω.
Κοφτερά σαν ξυράφια οι αναμνήσεις και τσακίζομαι στο τίποτα της άδειας ματιά σου,
αναπνέω στην κάθε σκέψη σου κι έτσι αφήνομαι να σβήσω,
ψιθυρίζοντας το ιερό όνομά σου.

     Το ποίημα δημοσιεύθηκε στο Μονο...γραμμα, στου οποίου έχω την τιμή να ανήκω στη συντακτική ομάδα, ανάμεσα σε πολλές άλλες αξιόλογες συμμετοχές και παρουσίες. Αφιερωμένο σ΄έναν ξεχωριστό φίλο, που στάθηκε η αφορμή και ο ηθικός αυτουργός της δημιουργίας του.

7 Απριλίου 2020

Ώρα μηδέν.


(Συμμετοχή στο Συλλογικό Δρώμενο 
"Μια Ιστορία από στιχάκια" από το Pause Blog της Katerina V)


     "Ψυχορραγεί!", άκουσε ο Άλκης τον γιατρό να λέει. 
Το βλέμμα του αδιάφορο, ανέκφραστο. Mιλούσαν ανοιχτά μπροστά του, νομίζοντας ότι είχε χάσει τις αισθήσεις του, μα αυτός τους άκουγε, αντιλαμβανόταν τα πάντα. Ο γιατρός ρωτούσε, εκείνος τον καταλάβαινε, του απαντούσε. Όμως, δεν φαινόταν κανείς να του δίνει σημασία. Πώς είναι δυνατόν? Τα έβλεπε όλα, τα ένιωθε όλα και είχε πλήρη συνείδηση αυτών πού συνέβαιναν γύρω του. Παρ΄όλα αυτά, είχε μία τέτοια αδιαφορία και μια τέτοια αποξένωση, πού δεν μπορούσε να περιγραφεί. Αδιανόητη για ένα ζωντανό πλάσμα! 
"Σας παρακαλώ, ακούστε με! Είμαι καλά, σας λέω! Ο Δημήτρης! Πού είναι ο Δημήτρης? Αφήστε με να φύγω! Δεν πρέπει ν΄αργήσω!"

     Πρόσωπα άγνωστα με λευκές μπλούζες, σκυμμένα από πάνω του. Κινήσεις γρήγορες. Ένιωθε το άγγιγμά τους στην προσπάθεια να ψηλαφίσουν το σφυγμό. Ένα κάψιμο στο στήθος, να ουρλιάξει από τον πόνο θέλει και το κορμί του να τραντάζεται ολόκληρο. 

"Όχι ξανά! Μη, σας παρακαλώ! Όχι...!". 
Κι αυτός ο δαιμονισμένος παρατεταμένος ήχος του μηχανήματος!

     Αισθάνθηκε μια κάποια δύναμη, ξαφνικά, να τον τραβάει δυνατά προς τα πάνω. Όλα τα μέλη του σώματός του βαριά, έρμαια σε αυτή την τόσο αυξανόμενα μεγάλη, που η λέξη "βάρος" δεν μπορούσε πλέον να εκφράσει την πίεση που ένιωθε. Λες κι ένας άλλος νόμος της έλξης, με χίλιες φορές μεγαλύτερη δύναμη, λειτουργούσε επάνω του. Κάθε σημείο του σώματός του, κάθε τρίχα, κάθε φλέβα, κάθε κύτταρο ελκόταν από αυτή όπως ένας δυνατός μαγνήτης έλκει κομμάτια σιδήρου. Μα, όσο πλησίαζε αυτή η στιγμή τόσο περισσότερο φοβόταν, τόσο μεγαλύτερο βάρος αισθανόταν στην ψυχή του. Όλη ή ύπαρξη του διαμαρτυρόταν και με όλες τις δυνάμεις του προσπαθούσε να απομακρυνθεί από αυτό το κέντρο έλξεως. Κι όσο ο αγώνας εκείνος μεγάλωνε μέσα του, τόσο βασανιστικά κι απελπισμένα φώναζε να ακουστεί. Όσο παράδοξο κι αν φαινόταν, κανείς και τίποτα ωστόσο δεν τον εμπόδιζε εκείνη τη στιγμή να τ΄ αντιλαμβάνεται όλα, να έχει τη συνειδητή αίσθηση της πραγματικότητας.


     "Ψυχορράγημα! Θάνατος! Πραγματικά, είναι δυνατόν εγώ να πεθαίνω? Μα πώς? Γιατί?". 

Προσπάθησε να κλείσει τα μάτια του και να συγκεντρωθεί σ’ αυτά πού γίνονταν μέσα του. Αδύνατον! Κάποτε, είχε διαβάσει ότι ο θάνατος είναι οδυνηρός. Όμως, εκείνος τώρα δεν πονούσε. Ένα αίσθημα γαλήνης τον κατέβαλε, μια ηρεμία και ξαφνικά ένιωσε να αιωρείται σ΄ένα ταξίδι πέρα από τα εγκόσμια. Δεν αισθανόταν φόβο, όπως συνήθως αισθάνονται οι άνθρωποι όταν σκέφτονται το θάνατο. Να ένιωθε κι εκείνη τότε, το ίδιο άραγε? 
"Που να΄σαι τώρα που κρυώνω και φοβάμαι, μέσα στο σώμα σου εγώ θέλω μόνο να΄μαι" (1), ψέλλισε. Έτρεμε. "Γι' αυτά που ήρθαν, γι' αυτά που πάνε, για ό,τι χάθηκε στα μάτια μου μπροστά.."(2).
 

     Σ
τεκόταν μόνος του τώρα, στη μέση του δωματίου. Στα δεξιά του, το προσωπικό του νοσοκομείου γύρω από το κρεβάτι του σχημάτιζαν ημικύκλιο. Με τα χέρια ριγμένα στο πλάι, κάθιδρος στεκόταν ο επικεφαλής γιατρός των Επειγόντων κοιτάζοντας κάτι που ο Άλκης δεν μπορούσε να δει, επειδή οι άλλοι τον εμπόδιζαν. Όμως, ακόμα και τώρα δεν υποχωρούσε. Αγωνιζόταν με διάφορους τρόπους να τούς κάνει να τον προσέξουν, μα στο τέλος όλες οι προσπάθειές του δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα και τον οδήγησαν σε πλήρη απόγνωση. 
"Δυστυχώς, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, πλέον! Τελείωσαν όλα!", είπε εκείνη τη στιγμή ένας από τούς γιατρούς με απελπισία, απομακρυνόμενος από το κρεβάτι του. Δίπλα του στεκόταν ένας νοσοκόμος. Σκυμμένος μπροστά κρατούσε στα χέρια του μία φιάλη οξυγόνου και δεν ήξερε τι να την κάνει... Να την πάει έξω, ή, να την κρατήσει επειδή - ίσως - θα μπορούσε να χρειαστεί? Ένας άλλος νεώτερος, κρατούσε κάτι που μετά βίας μπόρεσε να διακρίνει την άκρη του. 
"Μα... αυτό είναι το μαξιλάρι μου!". 
Του φάνηκε περίεργο. Εκεί πού στεκόταν αυτή η ομάδα ανθρώπων ήταν το κρεβάτι που αρχικά τον είχαν τοποθετήσει. Ποιο πράγμα, τώρα, τραβούσε την προσοχή τους? Και γιατί εκείνος δεν ήταν εκεί μαζί τους, αλλά στεκόταν στη μέση του δωματίου?

     Πλησίασε και κοίταξε εκεί όπου κοιτούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Πάγωσε έντρομος όταν... επάνω στο κρεβάτι, αντίκρισε τον εαυτό του. Ήταν ακίνητος, άψυχος, με πρόσωπο καταματωμένο και χλωμό σαν το κερί. Τα μελανά χείλια του σφιγμένα. Η εικόνα αυτή του θύμισε έντονα τη Ερατώ του. 
"Δεν είμαι αυτός που έφτασε, ούτε κι αυτός που λείπει" (3), σκέφτηκε με μιας. 
"Πώς είναι δυνατόν να γίνεται κάτι τέτοιο!? Πώς είναι δυνατόν να είναι εδώ, αλλά κι εκεί συγχρόνως?"
Κοίταξε τον εαυτό του, δεν χωρούσε αμφιβολία! Προσπάθησε με το δεξί του χέρι να πιάσει το αριστερό. Όμως, το ένα χέρι πέρασε μέσα από το άλλο. Επανέλαβε την ίδια κίνηση με τα χέρια προς τη μέση μου. Και πάλι τα χέρια του πέρασαν μέσα από το σώμα του, σα να υπήρχε στη θέση του ένα κενό. 
"Μα, τι επιτέλους, συμβαίνει?", φώναξε στον γιατρό. Σιωπή. Κανείς δεν του έδινε σημασία. Τον τύλιγε τώρα μία φρικτή, παράξενη μοναξιά και τον έπιασε πανικός! Γύρω του τόσοι άνθρωποι... τους άκουγε, κατανοούσε απόλυτα τι έλεγαν, προσπαθούσε να αποσπάσει με κάθε τρόπο την προσοχή τους και κανείς, μα κανείς, δεν μπορούσε ν΄ακούσει τη φωνή του, δεν μπορούσαν να του προσφέρουν βοήθεια. Γύρισε μηχανικά προς το τζάμι και το βλέμμα του έπεσε στον Δημήτρη. Έτρεξε με λαχτάρα κοντά του:
"Δημήτρη, πρέπει να βιαστούμε! Ο Αυγερινός...". 

 Όμως, εκείνος δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. Φανερά καταβεβλημένος, μετά βίας φαινόταν να στέκεται όρθιος, με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα που αυλάκωναν το πρόσωπό του. 
"Είναι δυνατόν να μην με βλέπει? Κανείς τους δεν με βλέπει?", μονολογούσε απελπισμένος. 
Ξανά και ξανά πλησίαζε τούς ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω από το κρεβάτι του. Όμως, κανένας από αυτούς δεν γύριζε και δεν τον πρόσεχε. Μια νεαρή νοσοκόμα, αφού στράφηκε προς την εικόνα πάνω από τη νεκρική κλίνη, έκανε το σημείο του σταυρού και είπε μία ευχή πολύ συνηθισμένη σε τέτοιες περιστάσεις… 
"Ας έχει τη Βασιλεία των ουρανών και την αιώνια ανάπαυση!"

     "Άλκη, αγάπη μου..." 
Έστρεψε το κεφάλι προς τα πίσω και αντίκρισε δυο μάτια μπλε - θάλασσες να τον κοιτάζουν. Λουσμένη στο φως ολόκληρη, τόσο όμορφη, τόσο αέρινη, τόσο αιθέρια, ίδια άγγελος! 
Λιγοψύχησε σαστισμένος: "Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει, στην αγκαλιά σου η καρδιά μου έχει σβήσει" (4). 
Ξέσπασε με μιας σε λυγμούς και αναφιλητά. "Λατρεμένη μου Ερατώ, συγχώρεσέ με!" 
 Πονούσε που την αντίκριζε εκεί μπροστά του κι ο πόνος αυτός ήταν τόσο διαπεραστικός που τον διέλυε. Τον κοίταξε αινιγματικά σιωπώντας. 
"Δεν πειράζει, δεν πειράζει, αν δε θες να μου μιλάς. Δεν αντέχω άλλο έλα, έλα πάρε με αγκαλιά... Να 'ναι πάλι όπως παλιά" (4). 

     Τον πήρε από το χέρι και βγήκαν στο δρόμο, περνώντας κατευθείαν μέσα από τον τοίχο του δωματίου. Έξω βράδιαζε και λίγο χιόνιζε. Το έβλεπε, αλλά δεν αισθανόταν κρύο και γενικά δεν αισθανόταν τη διαφορά θερμοκρασίας μέσα κι έξω. Ο χρόνος άχρονος πια. Ψίθυροι απόκοσμοι, θροΐσματα του ανέμου που σφύριζε έναν μακρινό σκοπό: 
"Τι τραγούδι να σου πω που να σε ξέρει? Να’ ναι εκεί όταν γελάς κι όταν φοβάσαι. Να’ ναι εκεί όταν μεθάς κι όταν λυπάσαι. Κι όταν κρύβεσαι στης μοναξιάς τα μέρη" (5). 
Η φωνή της ήχησε μελωδία απαλή, βάλσαμο στην ψυχή του, με σταθερότητα και χωρίς θυμό: "Δεν είσαι έτοιμος ακόμα, μάτια μου...". 

     Σαν μία ηχώ εκατομμυρίων φωνών αντήχησε στον αέρα και επανέλαβε τον λόγο σε μία γλώσσα πού δεν την ξεχώριζε το αυτί, αλλά την καταλάβαινε η καρδιά και ο νους του, εκφράζοντας πλήρη συμφωνία με την απόφαση. Έμεινε να την παρατηρεί μαγνητισμένος, συνεπαρμένος από την ομορφιά της. Μια δειλή αίσθηση διαμαρτυρίας ξύπνησε μέσα του. "Χιλιάδες άγγελοι με τ' άσπρα, κλωνάρια λησμονιάς μοιράζουν κι από το σώμα μου σαν άστρα, παιδιά δικά σου ανάσες βγάζουν" (6). 
"Ψυχή μου, εγώ...", ψέλλισε τρεμάμενη η φωνή του. 
"Βιάσου, πλησιάζει η ώρα! Πρέπει να επιστρέψεις!". 
"Όπου πας κι εγώ! Μαζί σου μόνο, αχώριστοι πλέον! Ερατώ μου, μη μ΄αφήνεις, αγαπημένη μου πάλι..!" 
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια γελώντας δυνατά: "Θάλεια, αγάπη μου! Η Θάλεια, είμαι...". Ένιωσε να βυθίζεται στη δίνη της απόγνωσης ξέπνοος. Ο πόνος στην ψυχή του διαπεραστικός όσο και το βλέμμα της. "Όχι! Ψέματα! Θεέ μου! Όχιιιιιιιιιι!!!!"

     Άνοιξε τα μάτια του στο κρεβάτι που πριν είχε αποχωριστεί, με το νοσηλευτικό προσωπικό γύρω του να τον κοιτάζει με πολλή προσοχή και μεγάλη περιέργεια. Δίπλα του, καθόταν στην καρέκλα ο αρχίατρος του νοσοκομείου, προσπαθώντας με εμφανή δυσκολία να δείξει στους άλλους τη συνηθισμένη του σοβαρότητα. 


Τα τραγούδια των οποίων οι στίχοι "έντυσαν" τη συμμετοχή μου:

1) "Που να΄σαι τώρα"
Στίχοι: Γιώργος Θεοφάνους
Μουσική: Γιώργος Θεοφάνους
Πρώτη εκτέλεση: Αντώνης Ρέμος

2) "Πού να σε βρω"
Στίχοι: Δημήτρης Μητσοτάκης
Μουσική: Δημήτρης Μητσοτάκης & Ενδελέχεια
Ερμηνεία: Ενδελέχεια

3) "Δεν είμαι αυτός που θες"
Στίχοι: Δημήτρης Μητσοτάκης
Μουσική: Παναγιώτης Κατσιμάνης & Ενδελέχεια
Ερμηνεία: Ενδελέχεια


4) "Δεν πειράζει (Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει)"
Στίχοι: Οδυσσέας Τσάκαλος
Μουσική: Οδυσσέας Τσάκαλος
Πρώτη εκτέλεση: Οδυσσέας Τσάκαλος

5) "Τι τραγούδι να σου πω"
Στίχοι: Δημήτρης Μητσοτάκης
Μουσική: Παναγιώτης Κατσιμάνης
Ερμηνεία: Ενδελέχεια (Δημήτρης Λεοντόπουλος)

6) "Θεός αν είναι"
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Goran Bregovic
Πρώτη εκτέλεση: Άλκηστις Πρωτοψάλτη


19 Ιανουαρίου 2020

Σενάριο.



Άρχισε να με γδύνεις… σιγά σιγά
Ξεκίνα από την ψυχή... σπιθαμή προς σπιθαμή, πόντο πόντο
Άνοιξε το πουκάμισο της καρδιάς μου… κουμπί, κουμπί
Κράτα με με τα μάτια σου κι αφουγκράσου τη σιωπή μου
Μετά, με τη σκέψη σου διαπέρασε με
Βυθίσου στην άβυσσο μου
Άγγιξε με… κρυώνω
Τρέμω... κλείσε με στην αγκαλιά σου
Ζέστανε με, με την ανάσα σου
Χόρεψε μαζί μου... μόνο αν το θέλεις πολύ, όμως…
Αλλιώς, μη χορέψεις καθόλου
Μου ζητάς να φορέσω το πιο προκλητικό μου φόρεμα
κι εγώ φορώ την αγάπη μου για σένα
Διψάω… φίλησε με
Κι αν πρόκειται να μ΄αγαπήσεις, αγάπα με στα άκρα, αλλιώς, φύγε!
Μα αν φύγεις καλύτερα να εξαφανιστείς
Κι αν δεν είσαι εδώ, μη με ονειρεύεσαι
“Μια ζωή" δεν είναι πολύς χρόνος
Κι αν δεν κουβαλάς λίγη τρέλα στη ματιά,
λίγο άνεμο στο πέρασμά σου... 
Tι να την κάνω τη σιγουριά του έρωτά σου?
Από εγκλωβισμένη στην ασφάλεια… χίλιες φορές επικίνδυνα ερωτευμένη
Γιατί εμείς, κόντρα στο "λίγο", επιλέγουμε ν΄αγαπηθούμε "πολύ"...
Και κάπως έτσι, σαν το λουλούδι και την πλάση ολόκληρη, ανθίζει κι ο άνθρωπος
Όταν αγαπά κι αγαπιέται πολύ...

     Συμμετοχή μου στην "Ερωτική υμνωδία", ένα δρώμενο που βασίζεται σε μια αμοιβαία ιδέα και προσπάθεια της Lysippe με τον Γιάννη μας. 

31 Δεκεμβρίου 2019

Ένας κανούριος χρόνος.



Το 2019 φεύγει σε λίγες ώρες...

     Σε αυτό το χρόνο κέρδισα, έχασα, μεγάλωσα, έκλαψα από χαρά, μα κι από λύπη, γέλασα... Έχασα κάποιους φίλους, αλλά βρήκα κάποιους άλλους... Ονειρεύτηκα, αγάπησα, μίσησα... Νόμιζα δεν θα τα καταφέρω κι όμως, σε πείσμα όλων, τα κατάφερα.
Εγώ τα έφτιαξα, εγώ τα χάλασα. Συνειδητοποίησα πως, δεν μπορώ να κάνω πάντα αυτό που θέλω. Έχω, όμως, επιλογή. Κι έτσι, δεν κάνω ποτέ αυτό που δε θέλω. Συνειδητοποίησα πως, πολλές φορές, δεν μπορώ να αλλάξω τις καταστάσεις, όσο κι αν προσπαθώ. Τότε είναι, που μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου και να γίνω μια καλύτερη εκδοχή του.
Και κατάλαβα ότι... οι καλύτεροι είναι αυτοί που μένουν. Κι αυτό δεν μπορείς να το αγοράσεις με όλα τα χρήματα του κόσμου!
Δεν εύχομαι καλύτερη χρονιά.
Εύχομαι να γίνω καλύτερη ως άνθρωπος...

     Χρόνια πολλά, κόσμε, με ποιότητα ζωής, αισιόδοξα, γεμάτα ελπίδα. Χρόνια, χωρίς καμιά απώλεια, γεμάτα καλοσύνη, με ανθρωπιά, με κατανόηση. Χρόνια καλά, φίλοι μου, με χαμόγελο και καλύτερες μέρες... με όνειρα κι ευτυχισμένες στιγμές... με μαγεία και δημιουργικότητα!

22 Δεκεμβρίου 2019

Να φοβάσαι την απόσταση που δεν μετριέται με χιλιόμετρα


                                                          Συντροφικότητα
                                                    Πηγή: Leonid Afremov

     Τέτοια εποχή, για κάποιους το "εδώ" και το "μαζί" με τον άνθρωπό τους θεωρείται δεδομένο. Μα, για άλλους, η μοναξιά πονάει σαν πληγή αβάσταχτη. Πόσα βράδια βουβά και ξένα βυθίζονται στο σκοτάδι της σιωπής? Πόσα συναισθήματα μένουν ερμητικά εγκλωβισμένα σε ανοιχτές πληγές? Πόσοι δεν μισούμε αυτή τη λέξη! Πόσους δεν μας φοβίζει? Το βάρος της μας τρομοκρατεί. Μας στερεί τη συντροφικότητα που αποζητάμε ως κοινωνικά όντα. Όταν χάνεται εκείνο το «εμείς», όταν παγώνει το μέσα σου, εκείνη η συναισθηματική απόσταση που τελικά νικάει είναι εκκωφαντική. 

     Ο Σοπενχάουερ είπε κάποτε, σχετικά με το “σχετίζεσθε”:

“Όταν ο χειμώνας είναι παγερός, οι σκαντζόχοιροι ψάχνουν για λίγη ζεστασιά ακουμπώντας ο ένας πάνω στον άλλο. Μα του ενός τ’ αγκάθια τρυπούν τις σάρκες του άλλου και τις ξεσκίζουν. Τότε οι σκαντζόχοιροι απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο, αλλά το κρύο και η μοναξιά τους πεθαίνει. Σιγά-σιγά όμως, με το πλησίασμα και την απομάκρυνση, την απομάκρυνση και το πλησίασμα, κατορθώνουν να βρουν τρόπο να μην παγώσουν, κάτι σαν μια συμβιβαστική λύση ανάμεσα στον πόνο και την ανάγκη για ζεστασιά”…


     Φώτα πολλά, λαμπερά στολίδια, έντονα χρώματα, γλυκές μυρωδιές. Τα Χριστούγεννα είναι εδώ! Το εορταστικό κλίμα είναι πλέον διάχυτο στην ατμόσφαιρα και ο χρόνος μετρά αντίστροφα για να περάσουμε στιγμές γεμάτες αγάπη και ευτυχία παρέα με τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Η πιο λαμπερή και «χαρούμενη» στιγμή του χρόνου για πολλούς. Όμως, υπάρχουν άνθρωποι μέσα σ’ αυτό τον καταιγισμό χαράς και φαινομενικής, ίσως, ευτυχίας που αισθάνονται διαφορετικά από το αναμενόμενο. Χωρίς φίλους, χωρίς οικογένεια, χωρίς σύντροφο.

     Κι εδώ είναι που περιμένω να σε δω, φίλε μου! Μην αγαπάς τον άλλον στα εύκολα, στα δύσκολα σε θέλω! Στα λάθη του... Στα πάθη του... Στις αδυναμίες... Στα σκοτάδια του... Στις ανασφάλειές του... Στις σιωπές του... Στους φόβους του... Στον ξεπεσμό του... Στις "μαύρες" του... Μπορείς?
 Γιατί, αν δεν αγαπήσεις ειλικρινά και άδολα, αν δεν αγαπηθείς, αν δεν συμπορευτείς, αν δεν στηρίξεις και δεν στηριχθείς, αν δεν μοιραστείς, τότε, πες μου...  τι ήρθες να κάνεις σε τούτον εδώ τον κόσμο, ρε άνθρωπε
? Κι έτσι, υπάρχουν φορές που κάποια χέρια δεν αγγίζουν μόνο σώματα, μα και ψυχές. Τις ακουμπούν απαλά σαν να είναι από μετάξι, τις νανουρίζουν σαν μωρά και όταν κλαίνε... όταν σπάνε, τις φροντίζουν. Κι αυτές ηρεμούν, ησυχάζουν! Ακόμα κι αν τα χέρια φύγουν από τα σώματα, οι ψυχές δεν ξεχνάνε.

     Μέσα στη μαγική λάμψη των γιορτών, λοιπόν, στους χαρούμενους ήχους και στις μουσικές, σε γέλια και σε βιτρίνες ολόφωτες, βρες λίγο χρόνο και μην προσπερνάς όποιον έχει ανάγκη ένα ζεστό λόγο, ή την παρουσία σου. Δεν φτιάχτηκε ο κόσμος για να είμαστε μόνοι, μάτια μου... Να φοβάσαι την απόσταση που δεν μετριέται με χιλιόμετρα.


     Αυτή είναι η συμμετοχή μου στη Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #4, που διοργανώνει η Μαίρη με τη Γήινη Ματιά της. Ευχαριστώ πολύ πολύ τη Joanna με τον ονειρικό της πίνακα, που έγινε η αφορμή για τις σκέψεις που διαβάσατε.
Παραδίδω, με τη σειρά μου τη σκυτάλη, στην Christi από το blog
 Andromeda - My Galaxy, με τη λέξη απεραντοσύνη και την εικόνα που ακολουθεί. Καλή επιτυχία, Christi μου κι ελπίζω να μη σε δυσκολέψει η επιλογή μου!


21 Δεκεμβρίου 2019

Η μαγεία των γιορτών - Secret Santa 2019.



     Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, σαν ένα μουσικό κουτί ανοίγει κι από το μυαλό αναπηδούν μνήμες, γεύσεις, όμορφες εικόνες, γέλια, αρώματα... καθετί που έχουμε επιλέξει να κλείσουμε σ΄αυτό.
     Χριστούγεννα, λοιπόν και για τους περισσότερους ανθρώπους είναι, ίσως, η ομορφότερη περίοδος του χρόνου. Ακολουθούμε νοερά την πορεία των Μάγων κι αφήνουμε το δικό μας αστέρι να μας οδηγήσει εκεί που η καρδιά μας σιγοτραγουδάει το πιο γλυκό της τραγούδι, προσπαθώντας να βρούμε όλα αυτά που έχουν πραγματικό νόημα.


     Και κάπου εδώ έρχεται η Μαριλένα μας και μέσα από τη Χριστουγεννιάτικη Μυστική της Ανταλλαγή Δώρων γινόμαστε πάλι, για λίγο, παιδιά και παρασυρόμαστε από τη γλυκιά μελωδία των Χριστουγέννων.  Γιατί τα Χριστούγεννα δεν είναι απλά μια γιορτή... είναι συναίσθημα! Φέτος, ο Μυστικός μου Άγιος Βασίλης είναι ένας πολύ αγαπημένος και πολυτάλαντος διαδικτυακός φίλος κι εγώ έχω τη μεγάλη χαρά να γίνω, πλέον, κάτοχος μιας από τις αριστουργηματικές κατασκευές του...


     Μεράκι, καλαισθησία, άψογη εκτέλεση σε ένα μαγευτικό και άκρως Χριστουγεννιάτικο σκηνικό με μορφή μακέτας, που ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά! 


     Ζεστές ευχές και καραμέλες ολοκλήρωναν το εκπληκτικό αυτό πακέτο και πραγματικά μου έφτιαξαν τη μέρα.


     Φίλε Γιάννη, σ΄ευχαριστώ πάρα πολύ, για τα υπέροχα δώρα σου! Ένα μεγάλο "ευχαριστώ", επίσης, στη Μαριλένα για το γλυκό της δρώμενο που, πλέον, έχει καθιερωθεί και μας μεταφέρει λίγη από αυτή τη μαγεία στην καρδιά μας.


     Τελικά, όχι! Δεν είναι μόνο τα λαμπιόνια στους δρόμους και τα απαστράπτοντα στολίδια στα δέντρα που μας κάνουν χαρούμενους. Δεν είναι η προσμονή των δώρων και τα λαμπερά πάρτι που γεμίζουν την ατμόσφαιρα θετική ενέργεια. Είναι που τα Χριστούγεννα αγαπάμε περισσότερο, μοιραζόμαστε περισσότερο, ελπίζουμε περισσότερο, ευχόμαστε με την καρδιά μας, συμπονούμε κι αγκαλιάζουμε με ειλικρίνεια τους γύρω μας.


     Τα Χριστούγεννα γινόμαστε περισσότερο άνθρωποι και αυτή είναι η μαγεία τους. Κι αν το καλοσκεφτείτε... γιατί πρέπει να περιμένουμε τα Χριστούγεννα για να το κάνουμε αυτό;

1 Νοεμβρίου 2019

Σιγή...


Ενός λεπτού σιγή...


Για τον ουρανό που χρωματίσαμε με χαμόγελα 

Για τις νύχτες που παίξαμε παιχνίδια αγάπης 
Για την ευτυχία που ζωγράφισε χαμόγελα στις ανάσες μας 
Για τις αισθήσεις που ξαγρύπνησαν ακοίμητες 
Για τα χείλη που ψιθύρισαν τ΄ανείπωτα
Για τα φιλιά που έχασαν το δρόμο τους
Και για τ΄ άλλα, εκείνα που ασπαστήκαμε ευλαβικά
Για τις κομμένες ανάσες που αναστήσαμε
Για τους χτύπους της καρδιάς που μετρήσαμε τον χρόνο
Για την αιωνιότητα των στιγμών
Για τις νύχτες που τ΄αστέρια κατέβηκαν τόσο χαμηλά, που σχεδόν τ΄αγγίξαμε
Για το φεγγάρι που έλιωσε κι αυτό και νότισε τις ψυχές μας
Για τις κραυγές που ξέπνοα άφηναν την καρδιά να ψιθυρίσει
Για τα "ποιήματα" που ζήσαμε και τις στιγμές που "ζωγραφίσαμε" 
Για τα γέλια, τις ματιές, τ΄αγγίγματα
Για τα πρωινά που μας έβρισκαν να κοιτάμε μαζί την ανατολή του ηλίου 
Για τις δικές μας ανατολές και δύσεις, όποτε είχε συννεφιά
Για το "κάτι" που ζέστανε τις καρδιές μας
Για το χάος που νιώσαμε την πρώτη φορά, όταν διασταυρώθηκαν οι ματιές μας
Για τα όνειρα που αρμενίσαμε με σκαρί την ψυχή μας
Για τις Νεράιδες και τους Πρίγκιπες των παραμυθιών
Για όλα τα "σ΄αγαπώ" που χαράχτηκαν επάνω μας
Για όλα τα "θέλω" που ντύσαμε με λέξεις και μουσική
Για την ασφάλεια εκείνης της μοναδικής αγκαλιάς
Για το μυαλό που γονάτισε προσκυνώντας την επιθυμία
Για τα δάκρυα που κύλισαν στις πληγές μας
Για όσους ήξεραν να διαβάζουν τις σιωπές μας
Για τις ανοχές, τις αντοχές, τα ζόρια μας
Για τις σκέψεις, τη λαχτάρα και τους διακαείς πόθους
Για τις αφορμές που έγιναν η αιτία

Για εκείνη τη σιωπή... πριν το τέλος.


     Μια συμμετοχή μου στην "Ερωτική υμνωδία", που φιλοξενεί η αγαπημένη Lysippe. Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το δρώμενο, μπορείτε να διαβάσετε στο blog της On the up and up.

     Καλό μήνα σε όλους, με χαμόγελα!

30 Μαΐου 2019

3ο Δρώμενο Χαϊκού.



Αχ, αγάπη μου,
συρματόπλεγμα πνοής,
ανάσας γέλιο!

Φυλακή γλυκιά
να περπατήσω μέσα,
ψυχής λατρεία!

Αχ, αγάπη μου,
αγιόκλημα μυρίζει
η ανάσα σου!

Κρυφό "σε θέλω!",
σημάδι φορεμένο
στον λαιμό σου. 

Αχ, αγάπη μου,
αίμα κι ανάσα μου,
Θεός εντός μου!

Δυο ευχές κρατώ,
καρδιά τι να γυρεύεις?
Φιλί θυσίας.

Αχ, αγάπη μου,
ματώνει η σάρκα μου 
βαρύ φορτίο.

Της απουσίας
σταυρός ασήκωτος,
ουλές χαράζει.

Αχ, αγάπη μου,
όσο μιας ζωής βόλτα 
στιγμές στον χρόνο!

Δίψα και φωτιά,
τίποτα μη φοβηθείς.
Εδώ θα μείνω.

     Μια εικόνα - πηγή έμπνευσης σε 17 λέξεις. Αυτό είναι το Χαϊκού, δύσκολη μορφή ποίησης όσο και ενδιαφέρουσα, που προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Το 3ο Δρώμενο Χαϊκού φιλοξενήθηκε, για μία ακόμη φορά, από το αγαπημένο μας keimeno υπό την επιμέλεια της Μαρίας Νικολάου. Τα δύο πρώτα Χαϊκού ήταν εκείνα που συμμετείχαν.

     Συγχαρητήρια σε όλες τις μοναδικές συμμετοχές, στην οικοδέσποινα και πολλά περισσότερα στη νικήτρια Ελευθερία Έρη!

20 Απριλίου 2019

Θέλω...



Να περπατάς και να κρατώ το χέρι σου μες την πολύβουη πόλη.
Να σταματάει ο χρόνος άχρονος, να μην κυλάει, να παγώνει πλάι σου.
Να γελάω δυνατά με τ΄αστεία σου και να παρασύρω κι εσένα μαζί μου.
Να παίζει μουσική και να σ΄ακούω να σιγοτραγουδάς στο ρυθμό της.
Να βάφω με τα χρώματα της δικής σου παλέτας τα γκρίζα της μουντής καθημερινότητας.
Να ξεκινάει η μέρα μου με το χαμόγελό σου.
Να γελάς με τις γκριμάτσες μου, να "τσιμπάω" με τα πειράγματά σου.
Nα θυμώνεις με τα λάθη μου και να σε ηρεμώ παίρνοντάς σε αγκαλιά μου.
Να γίνομαι η αιτία που αλητεύει η σκέψη σου στη διάρκεια της μέρας μακρυά μου.
Να σου λείπω και να΄ναι λύπη...
Να χαμογελάς και να λουλουδίζει ο κόσμος γύρω μου.
Να είσαι η Άνοιξη μες τον χειμώνα μου.
Να ζω μέσα σου, να ζεις μέσα μου. Δυο κήποι στοιχειωμένοι ο ένας απ΄τον άλλον.
Να είσαι η αιτία που ανθίζουν στα χείλη μου οι λέξεις.
Να ζωγραφίζω όνειρα και στο κέντρο τους να βρίσκεσαι εσύ.
Να βρέχει και να γίνομαι ομπρέλα σου.
Να είσαι το πιο γαλανό κομμάτι τ΄ουρανού μου.
Να γίνομαι η αγκαλιά που κουμπώνεις επάνω της.
Να είσαι εκείνος που με δυναμώνει, που με κάνει να πιστεύω ξανά.
Να είμαι το άσπρο μέσα στο μαύρο σου.
Να είσαι η ξαστεριά μέσα στις καταιγίδες μου.
Να είμαι εκείνη που θ΄ακουμπάς επάνω μου κουρασμένος από τις μάχες σου κι εγώ θα σε φροντίζω.
Να περνούν τα χρόνια και να σ΄ερωτεύομαι καθημερινά το ίδιο, μ΄ αυτόν τον κόμπο στο λαιμό που να θυμίζει ότι είσαι η αρχή και το τέλος.
Να ψάχνεις τα χέρια μου, όταν θέλεις να κλείσεις τον κόσμο απ΄έξω.
Να φιλώ τα μάτια σου μην τύχει και δακρύσουν.
Να μην φοβάσαι τα σκοτάδια μου, να σκοτώνω τους φόβους σου.
Μαζί να γαληνεύουμε και την πιο ανταριασμένη θάλασσα. Γιατί είμαστε αέρας και νερό και το "μαζί" μας κάνει ανίκητους.
Να διαβάζω τις ματιές σου, να διαβάζεις τις σιωπές μου, το άβατο του νου μου.
Να γίνομαι το κόκκινο του πάθους σου, του αίματος, της επιθυμίας σου, του πολέμου...
Να γίνεσαι το γαλάζιο του ορίζοντά μου.
Να γκρεμίζω τα τείχη σου, να λεηλατείς τα κάστρα μου.

Θέλω να είμαι η αμαρτία που από την αρχή θα ερωτεύεσαι και όχι η συνήθεια που από ανάγκη θ΄αγαπάς. Θέλω απ΄ όλες τις επιθυμίες μου εσύ να είσαι η πιο αυταρχική!

                                                                                                                                    * πηγή εικόνας

     Είναι η συμμετοχή μου στη Φωτο-Συγγραφική σκυτάλη #3 της Μαίρης μας, βασισμένη στη εικόνα και τη λέξη που παρέλαβα από την Αλεξάνδρα. Φίλες μου, πολλά "ευχαριστώ" και στις δυο σας!
Με τη σειρά μου, παραδίδω τη σκυτάλη στη Memaria με τη φωτογραφία που ακολουθεί και τη λέξη περιπλάνηση κι εύχομαι να την οδηγήσει σε μαγικές διαδρομές.

πηγή web

     Υ.Γ. Το "Θέλω..." συμμετέχει και στην Ερωτική Υμνωδία.