Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Φεβρουαρίου 2016

Μια φορά κι ένα πουλί.


     Πάει καιρός που ζούσε κλεισμένο στο μικρό κλουβί του. Ούτε που θυμόταν πόσο. Βάδιζε καθημερινά νευρικά πάνω στα φυλακισμένα του όνειρα και τραγουδούσε συχνά, μ΄ένα τιτίβισμα φοβισμένο, για την ελευθερία που τόσο λαχταρούσε. Ένιωθε το αεράκι να του χαϊδεύει συχνά τα φτερά και να το προκαλεί να ακολουθήσει στο ταξίδι του συντροφιά του, μα τα κάγκελα του χρυσού κλουβιού ήταν τόσο στενά να χωρέσουν το κορμάκι του και να του χαρίσουν το πολυπόθητο δώρο.

     Οι άνθρωποι το νόμιζαν ευτυχισμένο. Το γάργαρο, γι΄αυτούς, μελωδικό τραγούδι του ήταν σημάδι χαράς και ευτυχίας! Μα ποιο πουλί μπορεί να ζει φυλακισμένο και χαρούμενο, ακόμα κι αν το κλουβί του είναι από ατόφιο χρυσάφι? Ουρλιαχτό εφιαλτικό ήταν το τραγούδι του για όσα άγνωστα δεν είχε ακόμη ζήσει. Ένα κομμάτι ουρανού, ολόδικού του, ήταν η μοναδική του παρηγοριά στη μοναχική του ζωή. Και στην άκρη του Εκείνος. Ένας Ήλιος λαμπερός που του ζέσταινε την καρδιά και το είναι του. Αυτός ήταν όλος ο κόσμος του! Ω! Πόσο πολύ τον αγαπούσε και πόσο θα ΄θελε να πετάξει ελεύθερο κοντά του! 


     Μα να, που κάποτε τα όνειρα βγαίνουν αληθινά, όταν τα πιστεύεις πολύ! 

     Ένα πρωινό, κοντά στο γλυκοχάραμα, ξύπνησε με ένα γλυκό μούδιασμα στη μικρή του ψυχή. Είδε στον ύπνο του, λέει, πως η αγαπημένη του μανούλα - έτσι ακριβώς όπως αμυδρά τη θυμόταν - ήρθε και τον πήρε για το μεγάλο ταξίδι, εκείνο που μόνο στα όνειρά του ζούσε. Και πετούσε, πετούσε... πετούσε... Πετούσε με απίστευτα μεγάλη χαρά, ελεύθερο με τα πολύχρωμα φτερά του που έλαμπαν στον ήλιο και που μέχρι χθες δεν ήξερε καν σε τι του χρησίμευαν, παρά να ζεσταίνουν το κορμάκι του τις κρύες νύχτες του χειμώνα και να αντικαθιστούν την αγκαλιά της μάνας στην ατέλειωτη μοναξιά και στο φόβο του. Καθώς, όμως, ξύπνησε ολότελα, η θλιβερή πραγματικότητα το προσγείωσε απότομα, αντικρίζοντας τα κάγκελα γύρω του ακόμα μια φορά. 

     Μα, για στάσου... Τα μάτια του το γελούσαν? Έβαλε το κεφαλάκι του στις μικρές φτερούγες του και αφού τα έτριψε για λίγο, ξανακοίταξε. Το πορτάκι του κλουβιού του, που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε παρατηρήσει καν πως υπήρχε, ήταν αμαντάλωτο και ελάχιστα ανοιχτό. Πλησίασε με μικρά πηδηματάκια, με τα πόδια του τρεμάμενα προς το πορτάκι και δίχως δεύτερη σκέψη.... φρρρρρρριιιιιττττ! Σειρά είχε τώρα το ανοιχτό παράθυρο!



     Τα κατάφερε, επιτέλους! Πετάει... πετάει! Πετάειειειειειειε!!!!!!!!!!!!!!!! Μακρυά από τα κάγκελα της φυλακής του και για πρώτη φορά στην ζωή του άρχισε να κελαηδάει με απερίγραπτη χαρά! Ανεβαίνει και κατεβαίνει διαρκώς, λίγο άτσαλα βέβαια γιατί ποτέ άλλοτε δεν θυμάται να είχε χρησιμοποιήσει τα φτερά του, μα πετάει ελεύθερο πια κι αυτό έχει σημασία!
     Στην αρχή, από το πολύ φως έβλεπε τον κόσμο μαύρο. Σιγά-σιγά, ανακάλυψε πόσο απέραντα μεγάλος και πόσα πολλά χρώματα είχε αυτός ο καινούριος κόσμος! Και ήχους! Και μυρωδιές! Κι αρώματα! Πλημμύρισε ολόκληρη η ύπαρξή του από του Θεού τα θαύματα! Και μέθυσε μέσα σ΄αυτά τα τραγούδια, τις γλυκές ευωδιές, τα νανουριστά κελαηδήματα, που κάποια θύμιζαν τη φωνή της μητέρας του. 

     Η μικρή του καρδιά χτυπούσε δυνατά σαν καμπάνα! Δεν άφησε λουλούδι που να μη σταθεί, γεμάτος αδήμονη χαρά, άγρια επιθυμία και λαχτάρα για όσα δεν ήξερε και ήθελε να γνωρίσει. Βάλθηκε να κυνηγάει άσπρες πεταλούδες ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων κι άλλα πουλιά - μαύρες σαϊτες στο φως του ήλιου, βυθίζοντας τα φτερά του στις πορτοκαλί ηλιαχτίδες. Και τότε το συνειδητοποίησε. Ο αγαπημένος του ήλιος κουνούσε το κεφάλι και γελούσε. Πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο μαγικό φως τ΄όνειρό του. "Τα κατάφερες, μικρέ μου!", σαν να του έγνεφε. "Τα κατάφερες!".

     Και ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, λουσμένος στο φως. Τόσο φωτεινός! Θαρρούσε, πως τόσο μαγευτικός και φωτεινός δεν θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ άλλοτε... Ένα χρυσαφί χρώμα μέσα του κι ολόγυρά του, απ΄άκρη σ΄άκρη! 

                          
       Γιατί, ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει.


      (Συμμετοχή στο δρώμενο Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι, της πριγκηπέσσας @iris).

3 Αυγούστου 2014

Ένα παραμύθι ...από χαρτί και θάλασσα.


      Λίγα χάρτινα καραβάκια έχουν τη χαρά να ταξιδέψουν.
Συνήθως οι κατασκευαστές τους, όση τέχνη κι αν βάλουν κατά τη "ναυπήγησή" τους, συχνά τα εγκαταλείπουν στην τύχη τους…


      Ένα καραβάκι στεκόταν για μέρες σε μια αμμουδιά ανάμεσα σε σπαρμένα βότσαλα, φύκια και σπασμένα ξύλα που ξεβράζονταν στην ακτή. Ένα μικρό χάρτινο καραβάκι, που ‘χε την πλώρη στραμμένη στη θάλασσα κι αγνάντευε τα κύματα. Τα κοιτούσε με λαχτάρα και παράπονο, τους έγνεφε και παρακαλούσε να έρθει κάποιο να το πάρει μακριά στο πέλαγος, μα εκείνα ξετρελαμένα στο παιγνίδι τους δεν άκουγαν. Πόσο ήθελε να πλησιάσει κάποιο κοντά του… να το πάρει, να τ’ αλαργέψει.


      Ώσπου ένα μικρό κυματάκι άκουσε το παράπονό του και ήρθε απαλά χαϊδεύοντας την πλώρη του.

Το καραβάκι ίσα που σάλεψε και πριν προλάβει να συνέλθει, ακόμα ένα το άγγιξε τραβώντας το προς τα μέσα. Έπλεε στο νερό! Σάλπαρε!



      Για πότε απομακρύνθηκε απ’ την ακτή ούτε που το κατάλαβε, θαρρείς και αόρατα κουπιά
ανεβοκατέβαιναν με δύναμη από τις κουπαστές του και το έσπρωχναν στο πέλαγος. Έτρεχε χορεύοντας στα κύματα χωρίς προορισμό, δίχως πηδάλιο, πυξίδα και χάρτες ναυτικούς, δίχως άγκυρα. Σε τι θα του χρησίμευαν άλλωστε? Αυτό ήθελε μόνο ν’ ακούει τους ψιθύρους τ’ ουρανού και της θάλασσας, να παίρνει τα φιλιά των μελτεμιών. Ήθελε μοναχά να ταξιδεύει!

      Θα το κυβερνούσαν οι άνεμοι και σαν θα νύχτωνε, τ’ άστρα θα το καθοδηγούσαν, τ΄αργυρόφεγγα
νερά, τα φωτεινά χαμόγελα των φάρων. Οι γλάροι θα το συντρόφευαν και τα μακρινά βουητά των κοχυλιών. Θα μάθαινε από που έρχονται τα κύματα, το πως γεννιούνται, και που κοιμάται ο άνεμος με τα σφυρίγματά του. Έτρεχε το καραβάκι μεσοπέλαγα, με τη μικρή του πλώρη γελαστή και τ’ άρμενά του φουσκωμένα, κάνοντας τραμπάλα στα γαλανά νερά της θάλασσας, στην αρμύρα, στα λαμπυρίσματά της. Κι έτρεχε, έτρεχε χαρούμενο, μεθυσμένο, ελεύθερο!


      Μα κάποτε το καραβάκι κουράστηκε… έπλεε αργά, όλο και πιο αργά… Ξάφνου σταμάτησε, έμεινε ακίνητο. Αφουγκράστηκε τους ήχους του πελάγους, τα κύματα, κι έπειτα έγειρε αποκαμωμένο να ξεκουραστεί. Φάνηκαν τα πλαϊνά του μουσκεμένα, βαριά, με δυσκολία το κρατούσαν στην επιφάνεια. Έγειρε κι άλλο… Η χάρτινη καρίνα του μουλιασμένη διαλυόταν, έλιωνε, μα κρατούσε ακόμα το λευκό του πανάκι καθώς σιγά σιγά το έκρυβε η θάλασσα στη φιλόξενη αγκαλιά της. Εκείνο, παραδομένο πια κοιμόταν....


      Ονειρευόταν πως το έσερναν ιππόκαμποι -αλογάκια της θάλασσας- και το σεργιάνιζαν πότε στις γειτονιές των δελφινιών και πότε σε γαλαζοπράσινους βυθούς και σε κοράλλια. Ονειρευόταν πλώρες, κύματα, πανιά, ταξίδια…

      Ονειρευόταν πως γινόταν θάλασσα…

                                                                                                                 Αντώνης Δημητρακόπουλος

                                   

      Υ.Γ. Για τις θάλασσες που ταξιδεύουμε, για εκείνες που ονειρευόμαστε και για τα πανιά μας, που σε πείσμα των καιρών, αντέχουν ακόμα.... Σας φιλώ.

29 Μαρτίου 2014

Ο πρίγκηπας βάτραχος.


     Τον παλιό καλό καιρό, όταν οι ευχές βοηθούσαν ακόμα στις δύσκολες περιστάσεις, ζούσε ένας βασιλιάς. Όλες oι θυγατέρες του ήταν πανέμορφες, η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, ώστε ακόμα κι ο ήλιος, που τόσα έχουν δει τα μάτια του, τη θαύμαζε κάθε φορά που αντίκριζε το πρόσωπο της.

     Κοντά στον πύργο του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο και σκοτεινό δάσος. Και μέσα στο δάσος, κάτω από μια γέρικη φλαμουριά, ανάβλυζε μια πηγή. Τις πολύ ζεστές μέρες, λοιπόν, η κόρη του βασιλιά πήγαινε στο δάσος και καθόταν να δροσιστεί πλάι στα νερά της. Και για να περνάει την ώρα της, είχε ένα χρυσό τόπι, που το πετούσε ψηλά και το έπιανε πάλι. Το τόπι αυτό ήταν το πιο αγαπημένο της παιχνίδι. Να, όμως, που μια φορά ήρθαν έτσι τα πράγματα και το χρυσό τόπι της ξέφυγε.

     Η βασιλοπούλα είχε σηκώσει ψηλά τα χέρια της για να το πιάσει, αλλά ξαστόχησε κι αυτό κατρακύλησε στο χώμα κι έπεσε ίσια, μέσα στα νερά της πηγής. Η βασιλοπούλα προσπάθησε να μην το χάσει απ' τα μάτια της, το τόπι όμως εξαφανίστηκε μέσα στα νερά. Τότε η κόρη άρχισε να κλαίει κι έτσι όπως έκλαιγε άκουσε ένα βάτραχο να της λέει: "Ησύχασε κι άλλο μην κλαις. Εγώ θα σε βοηθήσω. Αλλά τι θα μου δώσεις, αν σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι?".
"'Ό,τι κι αν μου γυρέψεις, καλέ μου βάτραχε", απάντησε η βασιλοπούλα.


     Ο βάτραχος, τότε, είπε : "Δεν Θέλω ούτε τα φορέματα σου, ούτε τα μαργαριτάρια σου και τα πολύτιμα πετράδια σου, ούτε τη χρυσή κορώνα που φοράς. Θέλω να μ' αγαπάς, να μ' έχεις φίλο σου και σύντροφο στα παιχνίδια σου. Να μ΄ αφήνεις να κάθομαι δίπλα σου στο τραπέζι σου, να τρώω από το χρυσό πιατάκι σου, να πίνω απ' το ποτηράκι σου και να κοιμάμαι στο κρεβατάκι σου. Αν μου τα υποσχεθείς όλα αυτά, τότε θα βουτήξω ως τον πάτο και θα σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι".
 "Αχ, ναι", είπε η βασιλοπούλα, "σου υπόσχομαι πως θα έχεις ό,τι θελήσεις φτάνει να μου ξαναφέρεις το χρυσό μου τόπι".
Ο βάτραχος τότε βούτηξε και πριν περάσει πολλή ώρα, ξαναβγήκε κρατώντας στο στόμα του το χρυσό τόπι. Η κόρη, καταχαρούμενη που ξανάβρισκε το ωραίο της παιχνίδι, το άρπαξε στα χέρια της κι έφυγε τρέχοντας, γύρισε στο παλάτι και ξέχασε αμέσως τον καημένο το βάτραχο.

     Την άλλη μέρα, κάθισε στο τραπέζι μαζί με το βασιλιά μα μόλις άρχισε να τρώει απ το χρυσό της το πιατάκι, να σου ξάφνου.... πλιτς πλατς.... κάτι που ανέβαινε σερνόμενο τις μαρμάρινες σκάλες του παλατιού. Κι όταν έφτασε πάνω, χτύπησε την πόρτα και φώναξε: "Βασιλοπούλα, μικρή βασιλοπούλα, άνοιξε μου!".  Η πεντάμορφη έτρεξε να δει ποιος χτυπούσε. Αλλά όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε μπροστά της το βάτραχο. Αμέσως σφάλισε την πόρτα, τη μαντάλωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και κάθισε πάλι στο τραπέζι. Η καρδιά της, όμως, είχε παγώσει από το φόβο.
     Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι η μικρή του κόρη έτρεμε από τον πανικό και τη ρώτησε: "Παιδί μου, ποιος είναι?".
"Αχ, πατέρα", αποκρίθηκε εκείνη. "Είναι ένας απαίσιος βάτραχος". "Και τι θέλει ο βάτραχος από σένα?". "Αχ, πατέρα μου καλέ, χτες που ήμουνα στο δάσος κι έπαιζα πλάι στην πηγή, έχασα το χρυσό μου τόπι μέσα στα νερά. Έβαλα τα κλάματα κι ο βάτραχος που με άκουσε, βούτηξε και μου το έφερε πίσω. Κι επειδή επέμενε πολύ, του έταξα πως θα είμαστε φίλοι".


     Ο βασιλιάς τότε είπε : "Όταν δίνεις το λόγο σου, πρέπει να τον κρατάς. Πήγαινε και άνοιξε του". Η βασιλοπούλα πήγε, λοιπόν και του άνοιξε κι ο βάτραχος μπήκε χοροπηδώντας και την ακολούθησε μέχρι την καρέκλα της. Εκεί στάθηκε και φώναξε: "Σήκωσε με και πάρε με κοντά σου".
Η βασιλοπούλα δίστασε, ώσπου ο βασιλιάς την πρόσταξε να το κάνει. Όταν ο βάτραχος βρέθηκε στην καρέκλα, ήθελε ν' ανέβει στο τραπέζι. Κι όταν ανέβηκε και στο τραπέζι, είπε στη βασιλοπούλα: "Σπρώξε, τώρα, πιο κοντά το χρυσό πιατάκι σου, για να φάμε μαζί". Η όμορφη βασιλοπούλα έκανε πράγματι αυτό που της ζήτησε, αλλά φαινόταν πως το έκανε με κρύα καρδιά. Τέλος της είπε : "Έφαγα και χόρτασα και τώρα είμαι κουρασμένος. Πήγαινε με λοιπόν στην κάμαρα σου και στρώσε τα μεταξωτά σεντόνια στο κρεβατάκι σου, να πέσουμε για ύπνο". Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα, γιατί την φοβίζει το κρύο δέρμα του βατράχου. Όχι και να κοιμηθεί μαζί του στο ίδιο κρεβάτι! Ο βασιλιάς, όμως, θύμωσε και είπε: "Αυτόν που σε βοήθησε όταν είχες την ανάγκη του, δεν πρέπει μετά να τον ξεχνάς και να τον περιφρονείς!".

     Τότε, τον πήρε κι εκείνη με τα δυο της δάχτυλα, τον ανέβασε στην κάμαρα της και τον άφησε σε μια γωνιά. Όταν, όμως, πλάγιασε στο κρεβατάκι της, εκείνος σύρθηκε κοντά της και της είπε : "Είμαι κουρασμένος, πάρε με κοντά σου". Ο βάτραχος τρεις φορές ζητάει από την πριγκίπισσα να τον φέρει πιο κοντά της. Τις 2 πρώτες φορές, η πριγκίπισσα υπακούει. Στην τρίτη, όμως, χάνει την υπομονή της και τον πετάει στον τοίχο. Να, όμως, που πέφτοντας ο βάτραχος, δεν ήταν βάτραχος πια. Ήταν ένα βασιλόπουλο με όμορφα, καλοσυνάτα μάτια, που της εξηγεί ότι, μια μάγισσα τον είχε καταραστεί και είχε γίνει βάτραχος και μόνο μια πριγκίπισσα μπορούσε να τον πάρει από το πηγάδι.












     Η πριγκίπισσα δέχεται να τον παντρευτεί και το πρωί η άμαξα του πρίγκιπα φτάνει στο παλάτι για να παραλάβει το ζευγάρι. Μέσα στην άμαξα βρισκόταν και ο πιστός υπηρέτης του πρίγκιπα, ο Χανς. Αυτός είχε λυπηθεί τόσο για την μοίρα του κυρίου του, που είχε περιζώσει την καρδιά του με 3 μεταλλικές ζώνες, για να μην σπάσει από την θλίψη. Όταν βλέπει τον κύριο του, χαίρεται τόσο που οι 3 σιδερένιες ζώνες έσπασαν η μια μετά την άλλη. Έτσι ο πρίγκιπας, η πριγκίπισσα και ο πιστός Χανς πήγαν στο παλάτι του πρίγκιπα και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα..

     Η ιστορία "Ο Πρίγκιπας Βάτραχος" ή, "Ο Σιδερένιος Χανς", είναι ένα γερμανικής προέλευσης παραμύθι και είναι η πρώτη ιστορία στην συλλογή παραμυθιών των αδερφών Γκριμ. Παρ' όλο που στην ιστορία, ο βάτραχος γίνεται πρίγκιπας όταν η πριγκίπισσα στην ιστορία τον πετάει στον τοίχο, η πιο διαδεδομένη εκδοχή λέει ότι τα μάγια λύθηκαν όταν η πριγκίπισσα φίλησε τον βάτραχο. Από αυτήν βγαίνει και το αγγλικό ρητό: "Θα πρέπει να φιλήσεις πολλούς βατράχους για να βρεις τον πρίγκιπα σου". Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή, αρκεί ο βάτραχος απλά να περάσει την νύχτα στο μαξιλάρι της πριγκίπισσας.

     Ο μικρός βάτραχος - πορτοφόλι (η πρώτη μου απόπειρα στην τεχνική του felt), είναι το δωράκι στην τυχερή της κλήρωσης του παιχνιδο...διαγωνισμού δημιουργιών, εμπνευσμένων από κάποιο παραμύθι. Ευχαριστώ πάρα πολύ όλες τις ονειρεμένες συμμετοχές, ακόμα και για τα σχόλια που αφήσατε, έστω κι αν δεν προλάβατε να δηλώσετε συμμετοχή. Με τη βοήθεια του random η τυχερή της κλήρωσης είναι το κορίτσι και τα παραμύθια του...



                                   Καλό βράδυ και μια υπέροχη Κυριακή σε όλους σας!

8 Φεβρουαρίου 2014

Ζωή σαν παραμύθι.

     Ένα πολυαγαπημένο κλασικό παραμύθι από τη συλλογή παραμυθιών των αδελφών Γκριμ, είναι η ιστορία της χρυσομαλλούσας Ραπουνζέλ, που μιλάει για τη δύναμη της θέλησης και της αγάπης.

     Η Ραπουνζέλ είναι το παιδί που απέκτησε ένα ζευγάρι, το οποίο για πολλά χρόνια ήταν άτεκνο. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η μητέρα της επέμενε να φάει λυκοτρίβολα (κοινώς, Rapunzeln, στη γερμανική γλώσσα: ένα είδος γλυστρίδας), από το γειτονικό κήπο μιας μάγισσας. Ο πατέρας, προκειμένου να μη χαλάσει το χατήρι της εγκύου, δεν είχε άλλη επιλογή από το να μπει επανειλημμένα στον κήπο της μάγισσας και να κλέβει από τα σαλατικά. Όταν, τελικά, γίνεται αντιληπτός από τη μάγισσα, αναγκάζεται να της τάξει το πρώτο παιδί που θα φέρει στον κόσμο η γυναίκα του. Το παιδί αυτό ονομάστηκε από τη μάγισσα "Ραπουνζέλ" από τη μάγισσα, εξαιτίας των λυκοτρίβολων.

     Η μάγισσα φυλάκισε το παιδί σε έναν πύργο χωρίς πόρτα και τόσο ψηλό, που να μη μπορεί να ανέβει σκάλα.


     



     Ο μόνος τρόπος ν΄ανέβει η ίδια η μάγισσα ήταν να σκαρφαλώσει στα μαλλιά της Ραπουνζέλ, τα οποία της έριχνε η κοπέλα όταν η μάγισσα της έλεγε το κατάλληλο σύνθημα.


     Μια μέρα, ένα βασιλόπουλο ερωτεύτηκε παράφορα τη Ραπουνζέλ, όταν την άκουσε να τραγουδά και θέλησε να τη γνωρίσει από κοντά. Τελικά, παρακολουθώντας την, έμαθε το σύνθημα της μάγισσας και ανέβηκε στη Ραπουνζέλ. Οι δύο νέοι ερωτεύτηκαν, αλλά όταν έγιναν αντιληπτοί από τη μάγισσα, η κοπέλα εξορίστηκε σε μια ερημιά, αφού προηγουμένως η μάγισσα της έκοψε τα μαλλιά.

     Χρησιμοποιώντας τα κομμένα μαλλιά της κοπέλας, η μάγισσα κατάφερε να παγιδεύσει το βασιλόπουλο στον πύργο, όπου και του αποκάλυψε την εξορία της αγαπημένης του, πληροφορώντας το ότι δεν επρόκειτο να την ξαναδεί.


     Πανικόβλητος ο νεαρός πήδηξε από τον πύργο με αποτέλεσμα, πέφτοντας σε ένα θάμνο με αγκάθια, να χάσει το φως του. Όταν οι δύο νέοι ξανάσμιξαν μετά από μερικά χρόνια κακουχιών, η Ραπουνζέλ είχε ήδη γεννήσει τα δίδυμα παιδιά τους, τα δε δάκρυα χαράς που έβρεξαν τα μάτια του βασιλόπουλου γιάτρεψαν την όρασή του. Λίγες ημέρες μετά, το βασιλόπουλο γύρισε στο παλάτι του μαζί με την όμορφη Ραπουνζέλ και τα νεογέννητα παιδιά τους, παντρεύτηκαν κι έζησαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι.

     Με αφορμή το παραμύθι της όμορφης Ραπουνζέλ, κατασκεύασα μία πινιάτα (piñata) για ένα λιλιπούτειο παιδικό πάρτι - τον πύργο που η μάγισσα φυλάκισε την κοπέλα - ανακυκλώνοντας χάρτινα κουτιά από μπισκότα. Στη βάση, στο κάτω μέρος του πύργου δηλαδή, κόπηκε σε σχήμα Π το άνοιγμα της πινιάτα, απ΄όπου μπορούμε να γεμίσουμε την κατασκευή μας με διάφορες... καραμελοσοκολατολιχουδιές, μπαλόνια και άλλες μικροεκπλήξεις και προστέθηκαν κορδέλες που θα βοηθήσουν στο άνοιγμά της, όταν έρθει η ώρα...

     Μόλις μου ήρθε μια ιδέα, όμως! Τι θα λέγατε για μια πρόσκληση σ΄ένα παιχνίδι με δικές σας δημιουργίες (ο,τιδήποτε μπορεί να βάλει ο νους σας...από φωτογραφία μέχρι κάποια κατασκευή, αρκεί να είναι αποκλειστικά και μόνο δικές σας), εμπνευσμένες από κάποιο παραμύθι το οποίο θα αναφέρετε? Το κάστρο της Ραπουνζέλ είναι η δική μου, εκτός συναγωνισμού, συμμετοχή. Ο διαγωνισμός ξεκινάει από σήμερα και θα ολοκληρωθεί στις 9 Μαρτίου και το δωράκι που θα σταλεί στον τυχερό/ή μετά από κλήρωση, θα είναι εξίσου... παραμυθένιο, όπως θα διαπιστώσετε σε μία από τις ημέρες που θ΄ ακολουθήσουν.


    Και μια συμβουλή... ναι, για ΄σένα λέω που είσαι εδώ τώρα: Να διαβάζεις παραμύθια, λένε πάντα την αλήθεια!!

   Θαυμάστε, τώρα, τις παραμυθένιες συμμετοχές και ανατρέξτε στα αντίστοιχα blogs, να γνωρίσετε τους δημιουργούς και τις ιστορίες τους:
  
1. Πάμε Ντίσνεϋλάντ... στρουμφίζοντας???!!!


2. Το μαγικό "Νεραϊδόσπιτο", εμπνευσμένο από το παραμύθι της Φράνση Σταθάτου, "Ήταν Κάποτε Μια Νεράιδα" !!


3. Μια "Τεμπέλα", από τα Λαϊκά Παραμύθια των Επτανήσων της Γιάννας Σέργη -εκδόσεις: Εν Πλω- έγινε αφορμή για δύο παιδικά καδράκια!!


4. Θα μπορούσε να είναι το πριγκηπικό φόρεμα, από το παραμύθι της Σταχτοπούτας! Άλλωστε, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα περισσότερο απ΄αυτό!!


5. Η κολοκύθα μεταμορφώθηκε από τη.... νεραϊδονονά Ειρήνη σε μια ονειρική άμαξα και τα ποντικάκια που έπαιζαν εκεί γύρω, σύμφωνα με το παραμύθι της Σταχτοπούτας, έγιναν όμορφα άλογα....



6. "Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δωσ΄της  κλώτσο να γυρίσει παραμύθι ν΄αρχινίσει.... Μια φορά κι έναν καιρό, σ΄έναν μακρινό τόπο....", ένα κορίτσι μας ταξιδεύει στον παραμυθένιο κόσμο της....


10 Νοεμβρίου 2013

Τα φτερά είναι για να πετάς.

     
     Τη μέρα εκείνη ο Χόρχε με περίμενε με ένα παραμύθι.

     Όταν μεγάλωσε, ο πατέρας του του είπε: "Παιδί μου, δεν γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεωμένος να πετάξεις, νομίζω, όμως, πως είναι κρίμα να μείνεις στο περπάτημα, αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε".
"Μα, δεν ξέρω να πετάω", απάντησε ο γιος.
"Σωστά...", είπε ο πατέρας και περπατώντας τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
"Βλέπεις, γιε μου? Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ, θα πάρεις μια βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις".
     
     Ο γιος αμφέβαλλε. "Κι αν πέσω?"
"Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιές θα σε κάνουν πιο δυνατό στην επόμενη προσπάθεια", αποκρίθηκε ο πατέρας.


     Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:
"Είσαι τρελός? Για ποιο λόγο? Ο πατέρας σου είναι μισότρελος... Για ποιο λόγο να πετάξεις? Τι σου χρειάζεται? Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες? Τι νόημα έχει να πετάξεις?"

     Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν: "Κι αν είναι αλήθεια? Μα, σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο? Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά? Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα, ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά, από τον γκρεμό, βρε παιδί μου...?"


     Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων των αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη, αλλά -δυστυχώς- έπεσε στο έδαφος. Μ΄ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.

"Μου είπες ψέματα! Δεν μπορώ να πετάξω! Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα! Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι."


     "Παιδί μου", είπε ο πατέρας, "για να πετάξεις πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήξεις. Για να πετάξεις, πρέπει ν΄αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις. Αν δεν θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα".  
         
        Χόρχε Μπουκάι -Τα φτερά είναι για να πετάς (από το βιβλίο του "Να σου πω μια ιστορία").

Υ.Γ. Μια μπλε κουκουβάγια φτιαγμένη από απλά υλικά (ένα πλαστικό ποτηράκι μιας χρήσης, σαν αυτά του καφέ και λίγο ύφασμα...), είναι η συμμετοχή μου στο μπλέ blogoδιαγωνισμό της Σοφίας του Heaven Creations. Καλό βράδυ σε όλους σας και...καλές πτήσεις!

31 Αυγούστου 2013

Κάτι ροζ κι ένα παιχνιδιάρικο Δελφινάκι!

   
     Ροζ: ένα χρώμα που χαρακτηρίζεται από θηλυκότητα, τρυφερότητα, παιδικότητα και αθωότητα. Όμως, σύμφωνα με τους επιστήμονες, το χρώμα που συμβολίζει όλα τα παραπάνω, φαίνεται να μην...υπάρχει!

     Το ροζ είναι ένας συνδυασμός του κόκκινου με το μωβ. Παρατηρώντας το ουράνιο τόξο, θα διαπιστώσουμε ότι τα χρώματα αυτά υπάρχουν σε αντίθετες πλευρές. Είναι θεωρητικά, λοιπόν, αδύνατον ν΄αναμειχθούν, συμπέρασμα το οποίο οδήγησε τους ερευνητές στο να αποφανθούν, πως το ροζ χρώμα δεν υπάρχει στη φύση.

     Αποτέλεσμα όλων αυτών, είναι το ροζ να θεωρείται ένα αντανακλαστικό χρώμα και οι άνθρωποι να μπορούν να το διακρίνουν επειδή ο εγκέφαλός τους το "μεταφράζει" έτσι. Φυσικά, υπάρχουν κάποιοι που διαφωνούν με τη συγκεκριμένη άποψη, θεωρώντας ότι το ροζ είναι το αποτέλεσμα της ανάμειξης του κόκκινου με το λευκό, άρα ως χρώμα είναι υπαρκτό!

 τσόχινη καρφιτσούλα για τη ροζ ανταλλαγή δώρων της Μαρίας-Έλενας.

     Οι Ινδιάνοι Chumash θεωρούν το Δελφίνι ως τον αγαπημένο τους αδελφό. Σύμφωνα με τις παραδόσεις τους, τα πρώτα μέλη της φυλής τους ζούσαν στο νησί Σάντα Κρουζ, στον Ειρηνικό Ωκεανό. Κάποτε, ο πληθυσμός τους αυξήθηκε πολύ και ο τόπος τους δεν τους χωρούσε πλέον. Αποφάσισαν, έτσι, να μεταναστεύσουν στη στεριά.

     Η θεότητα που τους έπλασε, η Hutash, τους έφτιαξε μια γέφυρα με το ουράνιο τόξο, για να περάσουν με ασφάλεια πάνω από τη θάλασσα και να φτάσουν στη στεριά. Τους είπε, όμως, να μην κοιτάξουν κάτω, γιατί κινδύνευαν να πέσουν και να πεθάνουν.

για το Δελφινάκι μας και τον Καλοκαιρινό του διαγωνισμό.

     Κάποιοι αγνόησαν τη συμβουλή της, κοίταξαν προς τα κάτω και σαστισμένοι από το θέαμα της αβύσσου έπεσαν προς τη θάλασσα. Όμως, η Hutash τους αγαπούσε τόσο πολύ που δεν τους άφησε να πεθάνουν και τους μεταμόρφωσε σε δελφίνια... (πηγή).

     Σας καληνυχτίζω με την ευχή, η αυριανή σας μέρα να πραγματοποιήσει κάτι από το αποψινό σας όνειρο... Όνειρα παραμυθένια, λοιπόν και καλό μας μήνα!

     Υ.Γ. "Μήπως πρόσεξες ποτέ, λέω, μήπως....πόση απαντοχή έχει το βλέμμα του γλάρου που κάθεται ολομόναχος σ΄ένα σάπιο μαδέρι και ζυγιάζει όνειρα στις φτερούγες του?" (Α. Παπαδάκη).

                                    πίνακας: "Take Flight Seagull" της Rita Squier.

12 Μαΐου 2013

Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.


- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θες!
- Ό,τι θέλω? Τ΄ορκίζεσαι?
- Στ΄ορκίζομαι.
- Είναι δύσκολο...
- Δεν πειράζει.
- Είναι ακριβό...
- Δεν με νοιάζει.
- Είναι σπάνιο...


- Τόσο το καλύτερο.
- Είναι επικίνδυνο...
- Δεν φοβάμαι.
- Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις...
- Θα γίνω νερό να σβήσω τη φωτιά.
- Μπορεί να σου γλιστρήσει απ΄τα χέρια και να φύγει...
- Θα το ξαναπιάσω.
- Μπορεί να χαθεί στον ουρανό...
- Θα γίνω πουλί να το ψάξω.
- Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα...
- Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.
- Μπορεί να πνιγεί στο σκοτάδι...
- Θα περιμένω τα χαράματα.


- Μα μπορεί να διαλυθεί ως τότε...
- Θα φέρω τ΄άστρα να φωτίσουν πιο νωρίς.
- Είναι τόσο μικρά, δεν θα μπορέσεις να το πιάσεις.
- Θα ζητήσω σ΄ένα μυρμήγκι να με βοηθήσει.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν σπίτι?
- Θα φέρω γερανό.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν βουνό?
- Θα φέρω ένα γερανό πιο μεγάλο από βουνό.
- Υπάρχει?
- Θα τον φτιάξω.
- Που ξέρεις να φτιάχνεις γερανούς?
- Δεν ξέρω.
- Τότε..?
- Τότε θα μάθω.
- Από που?
- Από τα βιβλία.
- Κι αν δεν λένε τα βιβλία?
- Θα βρω τον γέροντα που φτιάχνει γερανούς.
- Κι αν έχει πεθάνει?
- θα βρω τον άλλο γέροντα.
- Ποιον άλλο γέροντα?
- Εκείνον που ξέρει όλα τα βότανα.
- Όλα τα βότανα...?
- Όλα τα χόρτα και τα μικρά άνθη του αγρού. Ξέρει τι μάγια κρύβουν.
- Και πως θα φέρει εκείνος το βουνό?
- Όχι εκείνος, εγώ. Θα μου δώσει βότανα να πιω, να γίνω τόσο δυνατός, που θα μπορέσω να το σηκώσω το βουνό.
- Εμένα θα μπορείς να με πάρεις αγκαλιά?
- Πάντα!
- Τώρα.
- Τώρα. Έλα, τι θέλεις?
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι,  ό,τι θέλω, τ΄ορκίζεσαι?
- Στ΄ορκίζομαι.
- Θέλω...θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.



- Να το φτιάξουμε.
- Με τι?
- Με τι θέλεις?
- Δεν ξέρω.
- Να το φτιάξουμε με ξύλο καρυδιάς και χρυσά καρφιά.
- Όχι, όχι δεν είναι έτσι!
- Να το φτιάξουμε με πούπουλα και ψίχουλα, με σταγόνες και γαργαλήματα και να του βάλουμε ένα κλειδί να το κουρδίζεις.
- Όχι, όχι, δεν θέλω κλειδί!
- Γιατί?
- Μπορεί να το χάσω.
- Θα στο κρεμάσω στο λαιμό.
- Μπορεί να χαθώ κι εγώ.
- Θα σε βρω.
- Κι αν δεν μπορείς να με βρεις?
- Θα μπορέσω.
- Κι αν είναι σκοτάδι?
- Θ΄ανάψω κερί.
- Κι αν λιώσει το κερί?
- Ως τότε θα σ΄έχω βρει.
- Κι αν όχι?
- Θα ψάχνω, ώσπου να σε βρω.
- Πόσο θα ψάχνεις?
- ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ...
- Τι θα πει "για πάντα"?
- Ότι, Σ΄ΑΓΑΠΩ.
- Κι εγώ τι θα κάνω, ώσπου να με βρεις?
- Μπορείς να κοιμηθείς.
- Που?
- Κάτω από μία μυρσινιά?
- Που έχει μυρσινιές?
- Παντού.
- Έχει και λιοντάρια παντού?
- Όχι.
- Που έχει λιοντάρια?
- Στην ζούγκλα.
- Είναι κοντά η ζούγκλα?
- Πολύ μακρυά. στην άλλη άκρη του κόσμου...
- Δεν μπορούν να έρθουν εδώ ποτέ?
- Ποτέ.
- Τ΄ορκίζεσαι?
- Στ΄ορκίζομαι.
- Ξέχασα τι θα πει "για πάντα"...
- Θα πει, ότι σ΄αγαπώ.



- Πόσο?
- Ως τον ουρανό.
- Ναι, ναι! Να κοιμηθώ τώρα?
- Ναι.
- Θα με πάρεις αγκαλιά?
- Ναι.
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι...
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι,  ό,τι θέλω, τ΄ορκίζεσαι?
- Ναι.

                                               Ανθή Δοξιάδη-Τριπ & Αλέξης Κυριτσόπουλος - εκδόσεις ΑΓΡΑ.

      Για κάθε Μαμά που είναι πάντα εκεί να ακούει, να αγαπάει, να καταλαβαίνει, να νοιώθει, χωρίς να χρειάζεται να μιλήσεις... Χρόνια πολλά!

31 Μαρτίου 2013

Το λιοντάρι και ο ποντικός.

   
     Μια φορά, ένα λιοντάρι κοιμότανε στην σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς ένα βόδι ολόκληρο, είχε πιει μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί στον ύπνο κι έβλεπε όνειρα λιονταρίσια.


Ξαφνικά ένοιωσε στον ύπνο του πως κάτι τον γαργαλούσε, σαν να περπατούσε κάποιος -πολύ ελαφρά, είν΄αλήθεια- πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και τι να δει: ήταν ένα ποντίκι!


      Θύμωσε, τότε, το λιοντάρι που ένα τόσο μικρούλικο και ταπεινό ζωάκι τόλμησε να του χαλάσει την ησυχία και αρπάζοντάς το με το πόδι του, ετοιμάστηκε να το χάψει! Αλλά το ποντίκι άρχισε να το παρακαλάει κλαίγοντας:
- Άφησέ με, βασιλιά μου, να ζήσω κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις.


      Το λιοντάρι, που ήταν πια χορτάτο και δεν μπορούσε να φάει ούτε έναν ποντικό, γέλασε με τα λόγια που άκουσε και είπε:
- Σου χαρίζω την ζωή, μ΄όλο που ποτέ δεν θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις!


      Κάποτε, όμως, το λιοντάρι έπεσε σ΄ένα λάκκο-παγίδα που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί κι εκείνοι του έδεσαν τα πόδια με χοντρά σκοινιά και τον άφησαν να πάνε στο χωριό τους να φέρουν κι άλλους ανθρώπους, για να τους βοηθήσουν να το κουβαλήσουν, επειδή ήταν πολύ βαρύ.
Ύστερα από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκεί ο ποντικός και άκουσε βογκητά. Κατέβηκε, τότε, στο λάκκο, είδε το λιοντάρι και το γνώρισε.
- Κάποτε μου χάρισες την ζωή, του είπε. Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω.
- Εσύ θα με ελευθερώσεις??? ρώτησε απορώντας το λιοντάρι. Πως είναι δυνατό?
- Τώρα θα δεις! είπε το ποντίκι.

    

      Κι άρχισε με τα σουβλερά του δόντια να ροκανίζει τα χοντρά σκοινιά, που έδεναν τα πόδια του λιονταριού. Ύστερα από τρεις-τέσσερις ώρες, τα σκοινιά ήταν κομμένα και το λιοντάρι μπόρεσε, με ένα πήδημα, να βγει από τον λάκκο-παγίδα. Δεν έφυγε όμως αμέσως, γιατί περίμενε να σκαρφαλώσει και το ποντίκι απάνω, μια που αυτό δεν μπορούσε να βγει μ΄ ένα πήδημα.
- Σ΄ευχαριστώ πολύ! του είπε συγκινημένο το λιοντάρι.
- Σου είχα υποσχεθεί, πως θα ξεπλήρωνα την καλοσύνη που μου έκανες και κράτησα την υπόσχεσή μου, αποκρίθηκε το ποντίκι. Τότε, γέλασες μαζί μου γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και αδύνατο ποντίκι θα μπορούσα να βοηθήσω εσένα, το βασιλιά των αγριμιών. Πρέπει να ξέρεις, όμως, πως και οι πιο αδύνατοι μπορούν να ξεπληρώσουν το καλό που κάνουν οι δυνατότεροί τους....

                                                                                        Από τα Παραμύθια του Αισώπου.

5 Φεβρουαρίου 2013

Αίας, ο βαφέας.

     
      Βαφέας < αρχαία ελληνική βαφεύς: Αυτός που βάφει, συνήθως κατ΄επάγγελμα, κυρίως μέταλλα, αυτοκίνητα ή υφάσματα. Για τους βαφείς κτηρίων είναι συνηθέστερη η ονομασία ελαιοχρωματιστής, ή -κοινά- μπογιατζής.


      Μπογιατζής: Οι μπογιατζήδες έβαφαν βαμβακερά και μάλλινα νήματα, πατητές και πατανίες, χιράμια και άλλα. Χρησιμοποιούσαν, κυρίως, φυτικά χρώματα, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται και αυτά του εμπορίου. Ειδικά για ο κόκκινο χρώμα, χρησιμοποιούσαν ριζάρι και για ακόμα πιο σταθερή βαφή, βελανιδόκουπες.


      Ελαιοχρωματιστής: Βαφέας ειδικός στον ελαιοχρωματισμό.

       

      Έμπειρος ελαιοχρωματιστής-μπογιατζής-βαφέας εξελιγμένων τεχνοτροπιών, χρωματίζει όνειρα...μπογιατίζει κόσμους... "παίρνει φως απ΄τον ήλιο και βάφει την αγάπη"... Διώχνει τα μαύρα και τα γκρίζα, καλύπτοντας με λευκό και τα πιο βαθιά σκοτάδια. Επαγγελματίας με υπευθυνότητα, συνέπεια, καλαισθησία, με σημασία στη λεπτομέρεια και ακρίβεια στην τεχνική του. Για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλώ όπως επικοινωνήσετε με τον Αία, τον βαφέα......

Γλωσσάρι

πατανία (η) ουσ. (πληθ. οι πατανίες): κουβέρτα, βελέντζα
πατητές: υφαντά κλινοσκεπάσματα
χιράμι: υφαντό λεπτό κλινοσκέπασμα
Ριζάρι (αγριοριζάρι, σχοινοβάφιο, αγριοβάφιο, αλιζάρι, ερυθρόδανο...κ.λ.π.): Φυτό με μια κόκκινη χρωστική εντοπισμένη στις ρίζες του, η οποία ξηραίνεται στη σκιά και στη συνέχεια μετατρέπεται σε σκόνη. Η σκόνη αυτή με στύψη χρησιμοποιείται για την παρασκευή διαλύματος, μέσα στο οποίο βάφονται τα μάλλινα.

Πηγές: εδώ κι εδώ.

30 Δεκεμβρίου 2012

Τα τρία δέντρα.

   
     Κάποτε, στην κορυφή ενός λόφου, στέκονταν τρία μικρά δέντρα και ονειρεύονταν τι ήθελαν να γίνουν όταν μεγαλώσουν....

Το πρώτο κοίταξε ψηλά τ΄αστέρια και είπε: "Θέλω να φυλάω ένα θησαυρό! Θέλω να είμαι καλυμμένο με χρυσάφι και γεμάτο πολύτιμους λίθους! Θα είμαι το πιο όμορφο θησαυροφυλάκιο στον κόσμο!"


Το δεύτερο κοίταξε μακρυά ένα μικρό ποταμάκι, που αργοκυλούσε στο δρόμο του για τη θάλασσα. "Εγώ θέλω να ταξιδεύω στις μεγάλες θάλασσες και να μεταφέρω δυνατούς βασιλιάδες! Θα είμαι το πιο δυνατό καράβι στον κόσμο!"

 

Το τρίτο δέντρο κοίταξε χαμηλά στην κοιλάδα από κάτω, όπου δραστήριοι άντρες και γυναίκες δούλευαν σε μια πόλη γεμάτη ζωντάνια. "Εγώ δεν θέλω ν΄αφήσω την κορφή του βουνού! Θέλω να γίνω τόσο ψηλό, που όταν σταματούν οι άνθρωποι για να με κοιτάξουν, θα σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό και θα σκέφτονται το Θεό! Θα είμαι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο!"


      Τα χρόνια πέρασαν. Ήρθε η βροχή, βγήκε ο ήλιος και τα μικρά δέντρα ψήλωσαν. Μια μέρα, τρεις ξυλοκόποι ανέβηκαν στο βουνό. Ο πρώτος κοίταξε το πρώτο δέντρο κι είπε: "Αυτό το δέντρο είναι όμορφο. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω!"....και με μια κίνηση του αστραφτερού τσεκουριού του το δέντρο έπεσε.
"Τώρα θα με κάνουν ένα όμορφο μπαούλο και θα φυλάω θαυμάσιους θησαυρούς!", είπε το πρώτο δέντρο....

  

      Ο δεύτερος ξυλοκόπος κοίταξε το δεύτερο δέντρο και είπε: "Αυτό το δέντρο είναι δυνατό! Είναι ακριβώς αυτό που θέλω!"...και με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε το δεύτερο δέντρο.
"Τώρα θα ταξιδέψω τις μεγάλες θάλασσες!", σκέφτηκε εκείνο. "Θα γίνω δυνατό καράβι για δυνατούς βασιλιάδες!".

   
      
 

      Το τρίτο δέντρο απογοητεύτηκε όταν ο τελευταίος ξυλοκόπος κοίταξε κατά το μέρος του. Στεκόταν ευθύ και ψηλό και σημάδευε γενναία τον ουρανό. Ο ξυλοκόπος κοίταξε ψηλά και μουρμούρισε: "Οποιοδήποτε δέντρο μου κάνει...". Με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε και το τρίτο δέντρο....

     

      Το πρώτο δέντρο χάρηκε όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στον ξυλουργό. Αλλά εκείνος το έκανε παχνί για τα ζώα. Το άλλοτε όμορφο δέντρο δεν καλύφθηκε με χρυσό, ούτε με θησαυρό. Το επένδυσαν με πριονίδια και το γέμισαν σανό, για να τρώνε τα πεινασμένα ζώα μέσα σ΄ένα στάβλο.... Το δεύτερο δέντρο χαμογέλασε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στο ναυπηγείο, όμως κανένα δυνατό καράβι δεν φτιάχτηκε εκείνη τη μέρα. Αντί γι΄αυτό, το άλλο δυνατό δέντρο με το σφυρί και το πριόνι έγινε μια βάρκα για ψάρεμα. Παρά ήταν μικρή και αδύναμη για να περάσει τους ωκεανούς, ή ακόμα κι ένα ποτάμι.... Το τρίτο δέντρο μπερδεύτηκε, όταν ο ξυλοκόπος το έκοψε σε δυνατά δοκάρια και το άφησε στο ξυλουργείο. "Τι έγινε?", αναρωτήθηκε το ψηλό αυτό δέντρο. "Αυτό που ήθελα πάντα, ήταν να στέκομαι στην κορυφή του βουνού και να δείχνω το Θεό"....

      Πολλές μέρες και νύχτες πέρασαν. Τα τρία δέντρα σχεδόν ξέχασαν τα όνειρά τους. Αλλά μια νύχτα, χρυσό φεγγαρόφως ξεχύθηκε πάνω στο πρώτο δέντρο, καθώς μια νεαρή γυναίκα εναπόθεσε το νεογέννητο μωρό της μέσα στη φάτνη. "Μακάρι να μπορούσα να του φτιάξω μια κούνια", ψιθύρισε ο άντρας Της. Η μητέρα έσφιξε το χέρι του και χαμογέλασε, καθώς το φεγγαρόφωτο έλαμψε πάνω στο λείο και στιβαρό ξύλο. "Αυτή η φάτνη είναι όμορφη!", είπε. Και ξαφνικά, το πρώτο δέντρο κατάλαβε, ότι κρατούσε το μεγαλύτερο θησαυρό του κόσμου....

      Ένα βράδυ, ένας κουρασμένος ταξιδιώτης και οι φίλοι του μπήκαν σε μια παλιά ψαρόβαρκα. Ο ταξιδιώτης αποκοιμήθηκε, καθώς το δεύτερο δέντρο άνοιξε ήσυχα τα πανιά του μέσα στη λίμνη. Γρήγορα, σηκώθηκε σφοδρή καταιγίδα γεμάτη κεραυνούς. Το μικρό δέντρο λύγισε από το φόβο! Ήξερε, ότι δεν είχε τη δύναμη να μεταφέρει τόσους πολλούς επιβάτες με ασφάλεια, μες τον αέρα και τη βροχή. Ο κουρασμένος άντρας ξύπνησε. Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι Του και είπε: "Ησύχασε...!". Η καταιγίδα σταμάτησε όσο γρήγορα είχε ξεκινήσει. Και ξαφνικά, το δεύτερο δέντρο κατάλαβε ότι μετέφερε το βασιλιά του ουρανού και της γης...

      Μια Παρασκευή πρωί, το τρίτο δέντρο ξαφνιάστηκε, όταν τράβηξαν το δοκάρι του από τον ξεχασμένο σωρό με τα ξύλα! Δείλιασε, καθώς το μετέφεραν μέσα από τους χλευασμούς του αγριεμένου πλήθους. Τρόμαξε, όταν οι στρατιώτες κάρφωσαν τα χέρια ενός άντρα πάνω του. Ένιωσε άσχημο, τραχύ και σκληρόκαρδο. Αλλά την Κυριακή το πρωί, όταν ανέτειλε ο ήλιος και η γη κάτω από τα πόδια του άρχισε να τρέμει με χαρά, το τρίτο δέντρο ήξερε ότι η αγάπη του Θεού είχα αλλάξει τα πάντα. Είχε κάνει το τρίτο δέντρο δυνατό! Και κάθε φορά που οι άνθρωποι σκέφτονταν το τρίτο δέντρο, σκέφτονταν το Θεό. Αυτό ήταν καλύτερο, από το να είναι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο....

      Γι΄αυτό, την επόμενη φορά που θα στεναχωρηθείτε επειδή δεν γίνετε αυτό που θέλετε, απλά αναλογιστείτε πως κάποιος, κάπου αλλού, ίσως σκέφτεται κάτι καλύτερο να σας δώσει....

     Υ.Γ. Το συρμάτινο δεντράκι-γούρι είναι η δεύτερη συμμετοχή μου στο Χριστουγεννιάτικο πανηγύρι του stars and icicles. Όσο για τα δύο ημερολόγια  τοίχου, θα πάρουν μέρος στη συλλογή ημερολογίων που διοργάνωσε το Δελφινάκι μας.